Ροή ιστολογίων

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

Ασκήσεις μνήμης έν όψει «φορολογίας της εκκλησιαστικής περιουσίας»

του Θεόδωρου Δ. Παπαγεωργίου, Δικηγόρου LL.M.– Εἰδικού Νομικού Συμβούλου παρά τη Ἱερά Συνόδω της Ἐκκλησίας της Ἑλλάδος

Ο νομικός σύμβουλος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, με άρθρο του στο Amen.gr, καταθέτει ορισμένες σκέψεις του αναφορικά με την συζήτηση που έχει ξεκινήσει, μετά και την απόφαση της Κυβέρνησης, για την φορολόγιση της Εκκλησιαστικής περιουσίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι το άρθρο είναι εξαιρετικά επίκαιρο και δημοσιεύεται μόλις μερικές ώρες μετά την συνάντηση του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου και του Πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου.

Στις 27 Μαρτίου 2007 ψηφίσθηκε από την Βουλή διάταξη, εισαχθείσα υπό την μορφή τροπολογίας, με την οποία ωρίσθηκε ότι :
α) διαγράφονται τα βεβαιωμένα χρέη «των νομικών προσώπων που υπάγονται στις διατάξεις του ν. 1091/1980 (ΦΕΚ 167 Α )» προς το Ελληνικό Δημόσιο από φόρο εισοδήματος (Φ.Ε.) και ακίνητης περιουσίας (Φ.Α.Π.),
β) διαγράφονται οι σχετικές προσαυξήσεις και τα συνακόλουθα φορολογικά πρόστιμα, που βεβαιώθηκαν λόγω της μη εξοφλήσεως των ανωτέρω χρεών,
γ) παραγράφεται το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής των παραπάνω ληξιπρόθεσμων χρεών,
δ) αίρονται με απλή αίτηση των νομικών προσώπων (και δη ατελώς) όλες οι υποθήκες και κατασχέσεις, που είχαν επιβληθή στα ακίνητά τους προς εξασφάλιση των ανωτέρω οφειλών,
ε) απαλλάσσονται τα εν λόγω νομικά πρόσωπα της υποχρεώσεως να υποβάλουν δήλωση φόρου εισοδήματος, ακίνητης περιουσίας και μεγάλης ακίνητης περιουσίας για όσα παρελθόντα έτη δεν είχαν υποβάλλει σχετική δήλωση,
στ) απαλλάσσονται εφεξής του φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας (Φ.Μ.Α.Π.).

Η διάταξη αυτή αποτελεί πλέον το άρθρο 7 του νόμου 3554/2007 (ΦΕΚ Α 80/16.4.2007). Η όχι και τόσο κατατοπιστική διατύπωση «νομικά πρόσωπα του νόμου 1091/1980» ταυτίζεται με τα μουσουλμανικά Βακούφια της Δυτικής Θράκης. Στην πράξη, έως την ψήφιση του ν. 3554/2007, οι φόροι εισοδήματος (από μισθώματα) και ακίνητης περιουσίας προσδιορίζονταν από τις Δ.Ο.Υ. αλλά τα μουσουλμανικά Βακούφια δεν κατέβαλαν τις φορολογικές τους οφειλές, οι φόροι βεβαιώνονταν ταμειακώς (καθίσταντο δηλ. ληξιπρόθεσμοι) και επ’ αυτών υπολογίζονταν προσαυξήσεις και πρόστιμα, επί πλέον τα Βακούφια δεν υπέβαλαν δηλώσεις Φ.Μ.Α.Π. (οπότε ελλείψει δηλώσεων εκκρεμούσε η βεβαίωση φόρων παρελθόντων ετών)[1]. , το δε Ελληνικό Δημόσιο αρκείτο, ευσχήμως φερόμενο, στην εγγραφή υποθήκης στα ακίνητά τους προς εμπράγματη εξασφάλισή του[2]. Λίγα χιλιόμετρα ανατολικότερα, η νομοθετική και διοικητική πρακτική της γείτονος χώρας απέναντι στα Ελληνορθόδοξα Βακούφια τροφοδοτεί τα τελευταία χρόνια με δικαστικές υποθέσεις την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Το «κοστολόγιο» της τροπολογίας σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού συνειδητοποιεί κανείς διαβάζοντας την συνημμένη από 7.3.2007 Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους :
- Ετήσια απώλεια εσόδων για το Δημόσιο ποσού 1.500.000 ευρώ από την εξαίρεση των Βακουφίων από τον Φ.Μ.Α.Π..
- Εφ’ άπαξ απώλεια ποσού για το Δημόσιο περίπου 20.000.000 ευρώ λόγω της διαγραφής των ληξιπρόθεσμων χρεών από Φ.Ε. και Φ.Α.Π., λόγω απαλλαγής από την υποχρέωση να υποβληθούν δηλώσεις Φ.Ε., Φ.Α.Π., Φ.Μ.Α.Π. παρελθόντων ετών, λόγω απαλλαγής της εξαλείψεως των υποθηκών από τέλη χαρτοσήμου και λόγω μη εισπράξεως εξόδων διοικητικής εκτέλεσης από την άρση των κατασχέσεων, που είχαν επιβληθή στα ακίνητα των Βακουφίων.
Και μια λεπτομέρεια όχι αδιάφορη διεθνοπολιτικώς. Η απαλλαγή από το Φ.Μ.Α.Π. έγινε για πρώτη φορά χωρίς τον όρο της αμοιβαιότητας (ο οποίος διαλαμβανόταν στον ν. 2459/1997, άρθρο 35 παρ. 2) σε σχέση με τα μειονοτικά Ελληνορθόδοξα Βακούφια στην Τουρκία.

Κατά την εθνική νομοθεσία για τα Βακούφια (άρθρο 4 του ν. 1091/1980 και ήδη άρθρο 4 του ν. 3647/2008) αναγνωρίζεται ότι πρόκειται για νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) λογιζόμενα ως κοινωφελή ιδρύματα. Η αναφορά αξίζει, καθ’ όσον eo ipso διαψεύδει την δήλωση της αιτιολογικής εκθέσεως της τροπολογίας ότι τα φορολογικά τους χρέη διαγράφονται προς το σκοπό να επέλθη «πλήρης φορολογική εξομοίωση των μουσουλμανικών ιδρυμάτων του νόμου 1091/1980 με όλους τους άλλους εκκλησιαστικούς φορείς». Και τούτο, διότι τα Βακούφια εννοιολογικώς δεν αποτελούν «εκκλησιαστικούς φορείς» όπως π.χ. είναι οι Ορθόδοξες η Καθολικές Ι. Μητροπόλεις η Ι. Μονές, δηλ. οργανισμοί που έχουν ως κύρια αποστολή την υλοποίηση θρησκευτικού έργου για μια ωρισμένη κοινότητα μελών τους και διαρθρώνουν ως φορείς την «Εκκλησία» του οικείου δόγματος η θρησκείας, αλλά κοινωφελή ιδρύματα, που διοικούν για την προαγωγή ευαγών σκοπών περιουσίες αφιερωμένες κατά τον Ιερό Ισλαμικό Νόμο[3]. Η εύνοια του ν. 3554/2007 για τα μουσουλμανικά ιδρύματα ιδιωτικού δικαίου έβη πέραν των ισχυόντων για τα αντίστοιχα κοινωφελή ιδρύματα ιδιωτικού δικαίου των λοιπών γνωστών θρησκειών της χώρας, τα οποία υπάγονταν κατά τον τότε ισχύοντα ν. 2459/1997 στον Φ.Μ.Α.Π [4]. Ο ν. 3554/2007 προχώρησε συνεπώς σε καθαρή παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως εις βάρος των «κοινωφελών» Ν.Π.Ι.Δ., που ανήκουν η εξαρτώνται από τις λοιπές, πλην της μουσουλμανικής, γνωστές εν Ελλάδι θρησκείες [5].

Ο Φ.Μ.Α.Π. καταργήθηκε με το άρθρο 21 παρ. 1 του νόμου 3634/2008 (ΦΕΚ Α 37/29.2.2008), ο οποίος θέσπισε το Ενιαίο Τέλος Ακίνητης Περιουσίας. Με το δεδομένο ότι η Εκκλησία της Ελλάδος, οι Ι. Μητροπόλεις, οι Ι. Μονές και Ενορίες και εν γένει τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 590/1977 είναι πρώτον δημοσίου δικαίου νομικά πρόσωπα κατά τις νομικές τους σχέσεις, δεύτερον νομικά πρόσωπα γνωστής κατά το άρθρο 13 του Συντάγματος θρησκείας, και εκ τρίτου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα νομικά πρόσωπα, εντεύθεν η εξαγγελλόμενη σε επίπεδο προγραμματικών δηλώσεων από την νέα Κυβέρνηση επαναφορά του Φ.Μ.Α.Π. και η μη απαλλαγή από αυτόν της «Εκκλησίας» (όπως κατά συνεκδοχήν καλείται από τους πολιτικούς μας η εν Ελλάδι Ορθόδοξη Ανατολική του Χριστού Εκκλησία), θα πρέπει συνεπακόλουθα –για να μην προσκρούει στην συνταγματική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (4 παρ. 1 και 5 Συντ.) και της (ίσης) προστασίας της περιουσίας (άρθρο 17 παρ. 1 Συντ. και άρθρο 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου)– να συμπαρασύρη σε φορολόγηση :

1) Τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου,
2) Τα λοιπά μη κερδοσκοπικά νομικά πρόσωπα (ασχέτως νομικής μορφής ιδιωτικού η δημοσίου δικαίου) ως προς τα ιδιοχρησιμοποιούμενα ακίνητά τους
3) Τα λοιπά νομικά πρόσωπα, που είναι φορείς των κατά το άρθρο 13 Συντ. γνωστών θρησκειών (ασχέτως νομικής μορφής).
4) Το Ιερό Κοινό του Πανάγιου Τάφου, την Ιερά Μονή του Όρους Σινά και το Άγιο Όρος.

Περιττό να σημειωθή ότι οι ανωτέρω κατηγορίες νομικών προσώπων και οργανισμών απαλλάσσονταν, υπό όρους, του φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας κατά το άρθρο 23 (περ. η, ιβ, ιγ) του ν. 2459/1997.

Προφανώς λοιπόν η Κυβέρνηση έχει αναλογισθή ότι κατ’ ανάγκην, προς τήρηση της ίσης μεταχειρίσεως, η εξαγγελία περί επαναφοράς του Φ.Μ.Α.Π., χωρίς όμως να απαλλάσσονται τα εκκλησιαστικά Ν.Π.Δ.Δ. του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 590/1977 (όπως προέβλεπε ο ν. 2459/1997, άρθρο 23 περ. ιγ) συναποτελεί εξαγγελία υπαγωγής σε αυτόν και για όλες τις παραπάνω υπό στοιχεία 1,2,3,4 κατηγορίες θρησκευτικών νομικών προσώπων και οργανισμών.

Διαφορετική (δυσμενέστερη) φορολογική μεταχείριση της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν θα είναι ανεκτή συνταγματικώς, αλλά και εν όψει των διατάξεων της Ε.Σ.Δ.Α.. Η αρχή αυτή αυτοθρόως ισχύει ενδεχομένης και προκειμένης της υπαγωγής της Εκκλησίας της Ελλάδος σε κάθε φόρο, γεγονός που θα συνέπεται την μη εξαίρεση από αυτόν για τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα λοιπά θρησκευτικά νομικά πρόσωπα η φορείς, καθώς και τα λοιπά μη κερδοσκοπικά νομικά πρόσωπα.

Ειδάλλως η δημιουργία νέων φορολογικών αντικειμένων μόνον για την Εκκλησία της Ελλάδος και εν γένει τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 590/1977 (και όχι και για τα λοιπά Ν.Π.Δ.Δ.) αποτελεί εκ μέρους της νομοθετικής λειτουργίας συνειδητή έναρξη απορρυθμίσεως των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας της Ελλάδος και εκθεμελίωση της ιδιότητας της τελευταίας ως Ν.Π.Δ.Δ. [6] .

Σημειώσεις:

[1].Κατά την αρχική διατύπωση του άρθρου 23 περιπτ. ιγ του ν. 2459/1997 (ΦΕΚ Α 17/18.2.1997) απαλλάσσονταν του Φ.Μ.Α.Π. «ιγ)Οι Ιεροί Ναοί, οι Ιερές μονές, τα αναγνωρισμένα θρησκευτικά δόγματα για τα ακίνητα που χρησιμοποιούν.», κατά την νεώτερη διατύπωσή του «ιγ) Οι κατά το άρθρο 13 παράγραφος 2 του Συντάγματος γνωστές θρησκείες και τα δόγματα, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 35 του παρόντος νόμου.» (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2579/1998). Κατά το άρθρο 35 (Φορολογία μεγάλης ακίνητης περιουσίας μειονοτικών νομικών προσώπων) προβλεπόταν ότι : «1. Ο φόρος στη μεγάλη ακίνητη περιουσία που ορίζεται από τα άρθρα του παρόντος επιβάλλεται και στα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα μειονοτικά νομικά πρόσωπα που βρίσκονται στην Ελλάδα και προβλέπονται από τη Συνθήκη της Λωζάνης της 24ης Ιουλίου 1923, η οποία κυρώθηκε με νομοθετικό διάταγμα της 25ης Αυγούστου 1923. 2. Τα νομικά πρόσωπα της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου απαλλάσσονται από το φόρο της μεγάλης ακίνητης περιουσίας, με τον όρο της απαλλαγής με αμοιβαιότητα των αντίστοιχων ελληνορθόδοξων μειονοτικών νομικών προσώπων.». Ο ν. 3554/2007 (άρθρο 7) κατήργησε το άρθρο 35 και προσέθεσε πλέον στο άρθρο 23 (περιπτ. κθ ) ως –άνευ όρου αμοιβαιότητας– απαλλασσόμενα τα Βακούφια.

[2]. Ας μην παροραθεί ότι ο ίδιος ο βουλευτής του Συνασπισμού Μουσταφά – Μουσταφά κατά την συζήτηση της υπ’ αριθμ. 742/8.3.99 επίκαιρης ερωτήσεώς του προς τον Υπουργό Οικονομίας Γ. Δρυ, αφού χαρακτήρισε γενικώς «αντισυνταγματική» την φορολογία των μειονοτικών βακουφίων της Κομοτηνής, δευτερολόγησε λέγοντας «Να δεχθούμε τη φορολογία, αλλά να γίνει μία διαρρύθμιση επιτέλους» (Πρακτικά Βουλής, Θ’ Περίοδος, Σύνοδος Γ , Συνεδρίαση Δ τῆς 10ης Μαρτίου 1999). «Αποδοχή» της φορολογίας στην πράξη δεν φαίνεται να έγινε και αντί διαρρυθμίσεως της καταβολής των χρεών, εκδόθηκε το άρθρο 7 του ν. 3554/2007 περί συνολικής αφέσεώς τους.

[3]. «Βακούφιο είναι αφιέρωμα κατά τον Ιερό Ισλαμικό Νόμο, που περιλαμβάνει ακίνητα η/και κινητά περιουσιακά στοιχεία η πρόσοδο υπέρ ευσεβούς, αγαθοεργού, κοινωφελούς γενικά σκοπού η υπέρ φιλανθρωπικού, θρησκευτικού, ευαγούς ιδρύματος, που είτε υπάρχει είτε ιδρύεται για μη κερδοσκοπικό σκοπό». (άρθρο 2 του ν. 3647/2008), «1. Τα υπάρχοντα Βακούφια που περιλαμβάνουν ακίνητη περιουσία αποτελούν, από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος νόμου, χωριστά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και λογίζονται ως κοινωφελή ιδρύματα που λειτουργούν προς εξυπηρέτηση του σκοπού για τον οποίον έχουν συσταθεί.» (άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3647/2008).

[4]. Βλ. ΣτΕ 1876/2006, 1877/2006 για το Εκκλησιαστικό Ορφανοτροφείο Βουλιαγμένης της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών, όπου κρίθηκε ότι από τον Φ.Μ.Α.Π. «δεν απαλλάσσονται δε από τον φόρο τα ιδιαίτερα νομικά πρόσωπα που ανήκουν η εξαρτώνται από άλλες γνωστές θρησκείες και δεν ταυτίζονται (τα νομικά αυτά πρόσωπα) με το ίδιο νομικό πρόσωπο – φορέα της άλλης γνωστής θρησκείας. Επομένως, δεν θεσπίζεται ευνοϊκότερο καθεστώς φορολογικής μεταχειρίσεως των ακινήτων των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου των άλλων αυτών θρησκειών, ώστε να τίθεται θέμα παραβιάσεως της συνταγματικής αρχής της ισότητας.» Με την τελευταία του νύξη το Δικαστήριο βασίσθηκε, μεταξύ άλλων, και στο νομικό γεγονός ότι κατά την έκδοση της αποφάσεώς του (2006) κανένα Ν.Π.Ι.Δ., εξαρτώμενο από γνωστή θρησκεία, δεν απαλλασσόταν του Φ.Μ.Α.Π. υπό το καθεστώς του ν. 2459/1997, για να καταλήξη στο συμπέρασμα ότι, εξ αυτού του λόγου, η υποβολή σε Φ.Μ.Α.Π. του Ορφανοτροφείου της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών δεν αποτελούσε άνιση μεταχείρισή του έναντι των ιδρυμάτων των λοιπών γνωστών θρησκειών της χώρας. Για την έννοια του νομικού προσώπου – φορέως της θρησκείας/δόγματος, βλ. γνωμοδότηση του ΝΣΚ 332/2002 (www.nsk.gr, και εις Κ. Παπαγεωργίου, Φορολογία θρησκειών και κοινωφελών νομικών προσώπων, 2005, σελ. 165 επόμ).

[5]. Και για τα οποία προβλεπόταν απαλλαγή έως του ποσού των 607.490 ευρώ, και υπαγωγή σε φορολογικό συντελεστή ποσοστού 0,35 % για το υπερβάλλον (άρθρο 25 παρ. 2 του ν. 2459/1997).

[6]. Αντίθετος στο σημείο αυτό ο Κ. Παπαγεωργίου, Οι φορολογικές απαλλαγές των θρησκευμάτων –Ζητήματα συνταγματικότητας, ΔΦΝ 2009, σελ. 27.

http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=857