Ροή ιστολογίων

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

Η πάλη των τάξεων στο γκισέ της εφορίας

Ο Άνταμ Σμιθ, που εκτός από πατέρας της πολιτικής οικονομίας υπήρξε ηθικός φιλόσοφος και τελικά ηθογράφος της αστικής τάξης της εποχής του, επεσήμανε ότι η κυριότερη απόλαυση του πλούτου για τους πλούσιους έγκειται στην επίδειξή του. Ο κανόνας αυτός διατηρήθηκε στο πέρασμα των αιώνων και σε περιόδους κρίσης και σε καταστάσεις εκρηκτικής ευημερίας. Οι άνθρωποι της ολιγαρχίας δεν έκαναν καμία προσπάθεια να κρύψουν τα πλούτη τους από τα πλήθη της φτώχειας και της ανέχειας. Το αντίθετο. Πολλές από τις προκλητικές δαπάνες τους -τα πανάκριβα κοσμήματα, οι επιβλητικές επαύλεις τους, τα πολυτελή χόμπι τους, οι πολυδάπανες συλλογές τους σε έργα τέχνης- δεν είχαν άλλη χρησιμότητα για τους ίδιους, παρά μόνο σαν αποδεικτικά στοιχεία του σφετερισμού του κοινωνικού πλούτου, σαν λάφυρα της νίκης τους στον κοινωνικό ανταγωνισμό έναντι άλλων.

ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΤΙ το σαφώς σαδιστικό στο αίσθημα αυτό, αλλά με τον καιρό και κυρίως με τη διαμεσολάβηση των ΜΜΕ οι υποτελείς τάξεις συνήθισαν όχι μόνο να ανέχονται τα τεκμήρια του σφετερισμού, αλλά και να τα θαυμάζουν. Να απολαμβάνουν την απόλαυση των άλλων. Έτσι, ξεφυλλίζοντας για παράδειγμα μια κυριακάτικη εφημερίδα βάρους ενός κιλού, αφού αφομοιώσει κανείς τα διδακτικά μηνύματα της κυρίως πολιτικής ύλης της, τα οποία καλούν σε ασκητική και καρτερική αποδοχή της λιτότητας για το καλό της πατρίδας, περνά στις οικονομικές σελίδες όπου, ανάμεσα στα μαύρα σενάρια για την επερχόμενη χρεοκοπία και την προσφυγή στο ΔΝΤ, που θα φέρει κι άλλα -ακόμη πιο επώδυνα- μέτρα, ανοίγουν φωτεινές παρενθέσεις για τις επενδυτικές ευκαιρίες που υπάρχουν στις αγορές ομολόγων και λοιπών χρεογράφων, για μικρές και μεγάλες νησίδες πλουτισμού που θα επιβιώσουν της ύφεσης, ακόμη και της χρεοκοπίας. Ύστερα, περνάει απαλά στις lifestyle σελίδες με τη ζωή των celebrities στα ταπεινά καταφύγια των 400 τετραγωνικών στη Μύκονο ή στους μύθους των ηρώων της επιχειρηματικότητας που έγιναν Κροίσοι από το μηδέν, «από μια τρύπα λίγων τετραγωνικών», χάρη και μόνο στην ευφυΐα και την υπομονή τους (όπερ σημαίνει ότι όλοι εμείς οι υπόλοιποι είμαστε προφανέστατα βλάκες. Δεν θα διαφωνήσω σ’ αυτό, αλλά για άλλους λόγους). Ακολουθεί το ξεφύλλισμα των ιλουστρασιόν ένθετων περιοδικών για γυναίκες ή άνδρες, μέσα στα οποία κάθε υποψία λιτότητας εξατμίζεται, για να διαφημιστούν ακριβά προϊόντα ευμάρειας – ένα ρολόι αξίας 10.000 ευρώ και άνω, ένα πολυτελές αυτοκίνητο άνω των 50.000 ευρώ, ρούχα, καλλυντικά, αξεσουάρ που ακόμη και ένα αξιοπρεπές ρεπορτάζ αγοράς ντρέπεται να αναφέρει την τιμή τους. Και τέλος, λίγο πριν από τις κοσμικές στήλες στις οποίες φωτογραφίζεται χαμογελαστή η κοινωνική ελίτ, γίνονται μερικές προτάσεις για ένα ταξίδι, το κόστος του οποίου υπερκαλύπτει τη μέση ετήσια απώλεια εισοδήματος δημοσίου υπαλλήλου μετά το πρώτο πακέτο μέτρων. Φυσικά δεν λείπει και μια διακριτική φωτογραφική επίδειξη ακριβού και καλού γούστου στο σπίτι ενός celebrity, που μπορεί να σας δώσει λαμπερές αρχιτεκτονικές ιδέες για να μεταμορφώσετε σε ανεκτό χώρο το μπετονένιο αχούρι των 80 τετραγωνικών, που πάντως θα φορολογηθεί κανονικά ακόμη και ως πρώτη κατοικία.

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΜΠΑΙΝΕΙ στον κόπο να εξηγήσει πώς συμβιβάζεται το πρωτοσέλιδο κήρυγμα πατριωτικής λιτότητας με τη διαρκή πρό(σ)κληση πολυτελούς κατανάλωσης στις επόμενες σελίδες. Κανείς δεν σκέφτεται αν η αξιοπιστία του κουρελιάζεται όταν θεωρεί απόλυτα δικαιολογημένες ή τουλάχιστον αναπόφευκτες τις περικοπές μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, την επέκταση των μέτρων και στον ιδιωτικό τομέα, αλλά ταυτόχρονα θεωρεί απολύτως φυσιολογικό να προβάλλει ως δημόσια αρετή κάθε δαπανηρή παραξενιά της κοινωνικής ελίτ, κάθε προκλητική επίδειξη πλούτου. Και η σχιζοειδής ισορροπία ανάμεσα στη λιτότητα των πολλών και στη χλιδή των λίγων συνεχίζεται και γίνεται ακόμη πιο κραυγαλέα, όταν επιστρατεύεται η φορολογική ηθική ως πανάκεια της εθνικής μας ασθένειας. Α, ναι! Για όλα φταίει η φοροδιαφυγή των ταξιτζήδων, των υδραυλικών, των εμπόρων, των μανάβηδων και φυσικά των γιατρών – ο περιούσιος λαός της μεσαίας τάξης κατέβηκε κακήν κακώς από τον πολιτικό θρόνο του «μεσαίου χώρου» και έχει εγκατασταθεί στο εδώλιο του εθνικού φορολογικού δικαστηρίου. Δικάστηκε και εκρίθη ένοχος εσχάτης προδοσίας και η ποινή του είναι να εκδίδει αποδείξεις, να έχει ταμειακή μηχανή, να απειλείται με λουκέτο και απώλεια επαγγελματικής αδείας. Ωραία. Και ποιος θα εκτελέσει την ποινή; Το κράτος που έκανε τα στραβά μάτια μέχρι τώρα, διότι το «μαύρο χρήμα» -κακά τα ψέματα- όλο και κάτι πρόσθετε στους δείκτες της επίπλαστης ανάπτυξης; Οι πολιτικές ηγεσίες που του χάιδευαν τ’ αυτιά γιατί προσέβλεπαν σ’ αυτό το φορολογικά ασύλληπτο εισόδημα ως κινητήρα της κατανάλωσης; Όχι βέβαια. Οι εκτελεστές της ποινής, οι δήμιοι του φορολογικού δικαστηρίου, είναι τα συνήθη φορολογικά υποζύγια, τα κορόιδα που θα πληρώσουν μία με την αδυναμία τους να φοροδιαφύγουν, δύο με τη μείωση του εισοδήματός τους, τρεις με την αύξηση της άμεσης φορολογίας, τέσσερις με την αύξηση του ΦΠΑ και των έμμεσων φόρων, πέντε με την ύφεση στην οποία βυθίζουν την οικονομία οι μαθητευόμενοι μάγοι της άτυπης πτώχευσης. Η έκτη υποχρέωσή τους προς την πατρίδα είναι να γίνουν και φοροεισπράκτορες για να καλύψουν την αναπηρία του κρατικού ελεγκτικού μηχανισμού, αλλά -το σπουδαιότερο- την απόλυτη απροθυμία της κυβέρνησης να φορολογήσει πλούτο που πραγματικά υπάρχει, στη μορφή που τόσο στιλάτα μας τον εκθέτουν τα εικονογραφημένα περιοδικά lifestyle των εφημερίδων, αλλά και σε μορφές που δεν τις υποψιαζόμαστε.

ΤΑ ΝΕΑ ΜΑΣ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ως φοροεισπράκτορες του κράτους -και μάλιστα επ’ απειλή φορολογικού προστίμου- αφορούν φυσικά το σπορ της συλλογής αποδείξεων. Παρουσιάζονται ως μηχανισμός απονομής φορολογικής δικαιοσύνης, κατά την οποία όμως δεν τιμωρείται ο θύτης αλλά το θύμα του. Σε μια ακραία αναλογία, θα ήταν σαν να τιμωρείται για έναν φόνο όχι ο δολοφόνος, αλλά ο φονευθείς (αν και ποια παραπάνω τιμωρία μπορεί του επιβληθεί πέρα από τον ίδιο του τον θάνατο; Η σκύλευση νεκρού;). Σ’ αυτή την ακραία αναλογία κινείται πάντως και η επιχείρηση «φορολογική συνείδηση». Δεν έχεις την απόδειξη; Πλήρωνε για τη μικρή «μαύρη τρύπα» στις δαπάνες σου. Ο καταναλωτής-φορολογούμενος γίνεται έτσι σάντουιτς ανάμεσα στον φοροφυγάδα και το κράτος. Και κερατάς και δαρμένος.

ΥΠΑΡΧΕΙ, ΒΕΒΑΙΩΣ, και μια δεύτερη, υπόρρητη προσδοκία σ’ αυτή τη διαδικασία αναγκαστικής μετατροπής μας σε εισπρακτικές εταιρείες του κράτους: μια μεταφορά της «πάλης των τάξεων» από τους χώρους εργασίας, παραγωγής και κατανάλωσης στα γκισέ της εφορίας. Αν θέλω να πιάσω το ελάχιστο των αποδείξεων και ν’ αποφύγω τη φορολογική «ποινή», πρέπει να τσακωθώ με τον φούρναρη, να ρισκάρω με τον γιατρό που θα εγχειρίσει τη μάνα μου, να πλακωθώ με τον ταξιτζή, να καρφώσω τον μανάβη και να ανεχθώ τη μεγαλύτερη αμοιβή του μηχανικού που επισκευάζει το σπίτι μου, αν επιμείνω για απόδειξη. Έτσι, παρ’ ότι τα ταξικά σύνορα της ελληνικής κοινωνίας είναι αδρά χαραγμένα εδώ και δεκαετίες στο φορολογικό σύστημα, αλλά και στο νέο φορολογικό νομοσχέδιο (με τη μέση φορολογία των μισθωτών σταθερά καρφωμένη πάνω από το 25% και τη μέση φορολογία των επιχειρήσεων μεταξύ 9% και 12%), η κυβέρνηση επιχειρεί να τα επαναχαράξει σε ένα νέο, βολικό πεδίο: φορολογούμενοι εναντίον φοροφυγάδων. Δεν ισχυρίζομαι ότι αυτή η διαχωριστική γραμμή είναι ανύπαρκτη και φορολογικά αδιάφορη. Αλλά, η υπόθεση της φορολογικής δικαιοσύνης δεν περνάει κυρίως απ’ αυτήν. Περνάει πρωτίστως από τη νόμιμη φορολογική ασυλία που απολαμβάνουν οι άρχοντες του χρήματος εν ονόματι της ανάπτυξης, την οποία φυσικά δεν πρόκειται να δούμε για πολλά, πολλά χρόνια…
http://kibi-blog.blogspot.com/2010/03/2032010_20.html