Ροή ιστολογίων

Τρίτη, 16 Μαρτίου 2010

Το πρόβλημα της Ελλάδας λύθηκε(!), της Γερμανίας εκκρεμεί

Οι ελληνικές αρχές γνωρίζουν τώρα τι τους επιφυλάσσει το μέλλον. Θα κληθούν να εφαρμόσουν το πρόγραμμα λιτότητας που επεξεργάστηκαν με απαρέγκλιτο τρόπο και θα έχουν μεν να αντιμετωπίσουν περισσότερες διαδηλώσεις από το σύνηθες – γεγονός που αναμφίβολα θα προκαλέσει τριβές – αλλά τίποτα το τραγικό. Έτσι θα εξασφαλίσουν τα διαθέσιμα κεφάλαια για τη αναχρηματοδότηση του δημόσιου χρέους τους από τις αγορές, αν και καταβάλλοντας σημαντικά υψηλότερα επιτόκια από τις χώρες που δεν το παράκαναν με τη δημιουργική λογιστική ή δεν αύξησαν υπερβολικά το δημοσιονομικό τους έλλειμμα. Και σε περίπτωση που έρθουν τα χειρότερα, η Ελλάδα μπορεί να υπολογίζει στη σιωπηρή εγγύηση, έναν τύπο οικονομικής συνδρομής που αποκρύπτει το όνομά του, ότι οι πλουσιότερες και πιο σώφρονες χώρες της Ευρωζώνης δεν θα την εγκαταλείψουν στη χρεοκοπία. Με άλλα λόγια, η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να διακρίνει το μέλλον – καθόλου ελκυστικό, είναι αλήθεια – που της επιφυλάσσουν οι αγορές και οι εταίροι της, για την ακρίβεια η Γερμανία.

Είναι η χώρα της Αγκέλα Μέρκελ που πρέπει τώρα να λύσει τα προβλήματά της και να επιχειρήσει να ορίσει το μέλλον της. Οι περισσότεροι Γερμανοί οικονομικοί αξιωματούχοι γνωρίζουν καλά ότι δεν μπορούν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα στη χρεοκοπία, χωρίς να θυσιάσουν το σχέδιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Γνωρίζουν όμως παράλληλα ότι οι Γερμανοί ψηφοφόροι δεν πρόκειται να αποδεχτούν ένα εγχείρημα ‘διάσωσης’ μιας χώρας για την οποία θεωρούν ότι δεν προχώρησε στα οδυνηρά σχέδια αναδιάρθρωσης που εξακολουθούν να μειώνουν τους γερμανικούς μισθούς, καθιστώντας παρά ταύτα τα γερμανικά προϊόντα ανταγωνιστικά σε παγκόσμιο επίπεδο. Ή μιας χώρας για την οποία θεωρούν ότι δεν έκανε αρκετές θυσίες για να περιορίσει το έλλειμμα του προϋπολογισμού κάτω από το 3% του Συμφώνου Ανάπτυξης και Σταθερότητας που βρίσκεται στην καρδιά της συμφωνίας για το κοινό νόμισμα. Έτσι η κ. Μέρκελ είναι υποχρεωμένη να φωνάζει ‘καμία διάσωση’ για να κατευνάζει τους ψηφοφόρους της, τη στιγμή που οι κρατικοί αξιωματούχοι της επιχειρούν να επεξεργαστούν μια λύση η οποία θα μπορεί να περάσει με άλλο όνομα.

Μια τέτοια λύση όμως αργά ή γρήγορα θα χρειαστεί καθώς είναι αδύνατο επί του παρόντος να προβλεφθεί αν και πότε οι αγορές ομολόγων θα βάλουν στο στόχαστρο την Πορτογαλία ή την Ισπανία, δύο χώρες που αποτελούν τις πιο πιθανές υποψήφιες για αρνητικές αντιδράσεις των αγορών στη δημοσιονομική τους κατάσταση.

Δεν είμαι όμως αυτό το μόνο άλυτο πρόβλημα της Γερμανίας. Το Βερολίνο θα πρέπει επίσης να αποφασίσει ως πού θα φτάνει η επιβολή της εξουσίας των Βρυξελλών στα επιμέρους κράτη μέλη της Ευρωζώνης. Η συζήτηση μπορεί τώρα να αφορά τον έλεγχο των σπάταλων χωρών της περιφέρειας. Αλλά η γραφειοκρατία των Βρυξελλών, εφόσον της παραχωρηθεί η σχετική εξουσία, μπορεί να στρέψει κατόπιν την προσοχή της στις χώρες εκείνες που, κατά την κρίση της, δεν λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα τόνωσης της οικονομίας του συνόλου της Ευρωζώνης – κι αυτό σημαίνει ότι ενδέχεται να προσπαθήσει να πει στη Γερμανία ότι θα πρέπει να αυξήσει το έλλειμμά της προκειμένου να στηρίξει την οικονομία της Ευρωζώνης που σαν σύνολο βρίσκεται σε στασιμότητα. Η Γερμανία με τις αντιπληθωριστικές μανίες της πρέπει συνεπώς να επεξεργαστεί λύσεις που θα επιτρέπουν την παρέμβαση των Βρυξελλών μόνο στις υποθέσεις των σπάταλων δημοσιονομικά χωρών, αλλά όχι και στις υποθέσεις των συνετών δημοσιονομικά χωρών.

Και το πράγμα δεν τελειώνει εδώ. Η Ελλάδα δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα της μόνο βάζοντας τα δημοσιονομικά της σε τάξη. Πρέπει και να αναπτύξει παραγωγικούς κλάδους με προϊόντα ανταγωνιστικά στις αγορές. Δεν παράγει αρκετές ελιές για να πληρώσει όλες τις Μερσεντές και τα άλλα προϊόντα γερμανικής κατασκευής που εισάγουν οι Έλληνες. Οι μισθοί είναι πολύ υψηλοί και η παραγωγικότητα υπερβολικά χαμηλή και στην Ελλάδα και στην Ισπανία και στις άλλες χώρες ‘φούσκες,’ και συνεπώς δεν τους επιτρέπουν να επεκτείνουν την εξαγωγές τους στις χώρες που αποτελούν τον πυρήνα της Ε.Ε. και στις άλλες αγορές.

Στις παλιές καλές μέρες της δραχμής, της πεσέτα και της λιρέτας, οι μη ανταγωνιστικές χώρες μπορούσαν κάλλιστα να υποτιμήσουν το νόμισμά τους, όπως κάνουν τώρα οι Βρετανοί με την στερλίνα – με περιορισμένη αποτελεσματικότητα πάντως. Αλλά από τη στιγμή που τα επιτόκια ορίζονται για όλους από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που η Γερμανία κυριαρχεί στις αγορές της Ευρωζώνης και που το ευρώ παραμένει ισχυρό έναντι του δολαρίου – παρά τη μικρή πτώση που κατέγραψε τους προηγούμενους μήνες – ο δρόμος αυτός είναι κλειστός. Ακόμα κι αν το ελληνικό κράτος πούλαγε τα περιουσιακά στοιχεία του, όπως του υπέδειξε η Γερμανία – και προφανώς όχι ορισμένα νησιά ή την Ακρόπολη – η θεραπεία θα ήταν προσωρινή. Η πώληση των ασημικών της οικογένειας για τη χρηματοδότηση των τρεχουσών δαπανών δεν ανοίγει κανένα δρόμο προς ένα υγιές μέλλον.

Στην άλλη όψη του προβλήματος της Ελλάδας και των λοιπών ‘αδύναμων κρίκων’ της Ευρωζώνης βρίσκεται η γερμανική άρνηση προς την κατανάλωση. Με δεδομένη την απουσία κάθε αύξησης της εγχώριας ζήτησης, η ανάκαμψη της Γερμανίας από την πτώση του ΑΕΠ της κατά 5%, εξαρτάται κυρίως από την περαιτέρω αύξηση των γερμανικών εξαγωγών. Μια τέτοια αύξηση θα οδηγήσει όμως ακόμα ψηλότερα το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας, που φτάνει τα 140 δις ευρώ και αποτελεί το μεγαλύτερο εμπορικό πλεόνασμα στην Ευρώπη, ξεπερνώντας τρεις φορές το πλεόνασμα της δεύτερης κατά σειρά Ολλανδίας. Κι όλα αυτά αποτελούν πολύ κακά νέα για τις χώρες που έχουν εμπορικά ελλείμματα, όπως είναι όλες οι χώρες της περιφέρειας.

Το δίλημμα που παράγεται από την ανάγκη της αφενός να βγει από την ύφεση και αφετέρου να κρατήσει τις προβληματικές οικονομίες μέσα στην Ευρωζώνη, η Γερμανία είναι πιο πιθανό να το λύσει με τον εξής τρόπο. Α. Δρομολογώντας καταρχήν εγχειρήματα ‘διάσωσης’ των ‘αδύναμων κρίκων’ που θα αποκρύπτουν, ωστόσο, το όνομά τους, μέσα από την παροχή εγγυήσεων προς τις γερμανικές τράπεζες για να αγοράσουν ελληνικά ή άλλα κρατικά ομόλογα αν οι αγορές ζητούν υπερβολικά υψηλά επιτόκια. Β. Εγκαθιδρύοντας έναν μηχανισμό που θα ασκεί σφικτή εποπτεία επί των χωρών με μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα και υψηλό δημόσιο χρέος, και, Γ. Αποφεύγοντας κάθε πολιτική που θα απαιτεί την επαναδιαπραγμάτευση της Συνθήκης της Λισσαβόνας, όπως θα ήταν για παράδειγμα η ίδρυση μιας ευρωπαϊκής εκδοχής του ΔΝΤ, ή που θα απειλεί τον γερμανικό εξαγωγικό μηχανισμό.
http://www.sofokleous10.gr/portal2/toprotothema/toprotothema/2010-03-15-22-24-22-2010031521095/